Tο μυστικό της Καλντέρας

«…δεν σε φοβάμαι και θα είμαι εκεί! Στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα, με τις φωτιές να καίνε, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Μετά θα φύγω και θα εξακολουθώ να μην φοβάμαι. Δεν θα προσπαθήσω να εξηγήσω, ούτε να απολογηθώ. Δεν θα ξεκινήσω τίποτα, ούτε θα τελειώσω κάτι. Δεν θα μετανιώσω ποτέ και δεν θα ξεχάσω το παραμικρό. Θα φύγω και θα εξακολουθώ να μην έχω απαντήσεις, αλλά δεν θα τις χρειάζομαι πια!». Κλείνοντας με δύναμη το τηλέφωνο, ο Τζιμ Εϊλ τελείωσε μονομιάς τη βότκα που είχε απομείνει στο ποτήρι του, κούμπωσε το πουκάμισό του, έριξε μια τελευταία ματιά στην φωτογραφία στην γωνία του καθρέφτη κι άναψε ένα τσιγάρο. Αφού ψέλλισε μερικά λόγια, άνοιξε την πόρτα από το μισοσαπισμένο τροχόσπιτο και αντίκρυσε τις πρώτες ηλιαχτίδες του ήλιου, να ξεπροβάλουν πίσω από τα υγρά βράχια της πιο κακόφημης παραλίας της Κούβας. «Ωραία μέρα για να πεθάνει κανείς!», σκέφτηκε, κράτησε την εικόνα στο μυαλό του και ξεκίνησε για το αεροδρόμιο, αφήνοντας πίσω του κάθε άλλη σκέψη. Αυτή θα ήταν η τελευταία φορά! Μετά από αυτήν την συνάντηση, δεν θα χρειαζόταν να κρυφτεί ξανά ποτέ κι από κανέναν! Η σκέψη και μόνο της ελευθερίας αυτής, έκανε την προσμονή και την αγωνία μεγαλύτερη, αφήνοντας τα αίτια και τις λεπτομέρειες σε δεύτερη μοίρα.

Το αεροδρόμιο ήταν σχεδόν έρημο. Χωρίς καθυστερήσεις και κλεφτές ματιές δεξιά και αριστερά, άνοιξε την θυρίδα 313 σύμφωνα με τις οδηγίες. Το περιεχόμενο τον ξάφνιασε για μια στιγμή… ένα εισητήριο με τελικό προορισμό την Σαντορίνη με την επόμενη πτήση των 06:45. «Τόση οργάνωση και λεπτομέρεια!…». Στην ζωή του είχε επισκεφτεί εκατοντάδες μέρη, όμως στην Σαντορίνη δεν είχε πάει ποτέ. Το γεγονός από μόνο του δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως οι λόγοι που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ το νησί ήταν πολύ συγκεκριμένοι και μόνο ένας άνθρωπος στον κόσμο το γνώριζε αυτό, πράγμα που άρχισε να τον προβληματίζει κατά την διάρκεια του chek-in για το νησί του έρωτα!

 Η ηρεμία στο πρόσωπο του Jim ήταν χαρακτηριστική, το ίδιο και η σιγουριά του για την ταυτότητα του προσώπου που κρυβόταν πίσω από αυτό το ανόητο παιχνίδι, όμως αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που τον απασχολούσε. Οι σκέψεις του ταξίδευαν αλλού, όπως κάθε μέρα. Η πτήση θα διαρκούσε αρκετά και σκέφτηκε πως ένας υπνάκος ήταν αυτό που χρειαζόταν εκείνη την στιγμή. Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που βρισκόταν με τόσο κόσμο, πράγμα που που τον έκανε λίγο ανύσηχο, όμως τί θα μπορούσε να συμβεί στα 30.000 πόδια πάνω από τον Ατλαντικό ωκεανό;

«Αυτή την μυρωδιά δεν θα την χορτάσω ποτέ!», μονολόγησε κι έσφιξε το παλτό της στην αγκαλιά του! Δεν είναι που δεν προλάβαινε να την χαιρετήσει όπως θα’πρεπε, είναι που δεν άντεχε να το κάνει. Γνώριζε καλά πως σ’αυτήν την περίπτωση δεν θα ‘φευγε ποτέ! Το βλέμμα της ήταν απόμακρο, παγερό, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα, σαν μην μην εννοούσε τίποτα απ’ όσα είχε κάποτε πει. «Αν μ’αγαπούσε, θα το’ξερα!»…

– Καφέ ή τσάι;

– Ορίστε;

– Καφέ ή τσάι κύριε;

– Εεε, ένα ουίσκι παρακαλώ… οτιδήποτε.

«Μπράβο μαλάκα, τα έπραξες μια χαρά! Σκέψου καλά κι ίσως βρεις μια ωραία δικαιολογία για ό,τι έγινε εκείνη τη μέρα! Σκέψου την καλά για να έχεις να πορεύεσαι και να την επαναλαμβάνεις μέχρι να την πιστέψεις. Πάρε το φως που σου δόθηκε απλόχερα και θάψε την ηρεμία της ψυχής σου μες το σκοτάδι και την λάσπη, εκεί που ανήκεις. Τίποτα ξανά δεν θα’ναι το ίδιο…», μονολόγησε και κοίταξε την θάλασσα από το παράθυρο καθώς πλησίαζε στον προορισμό του…


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

Ανεμομαζώματα, διαβολοσκουπόξυλα