Βρισκόμενος σε χώρο ιερό -κατά τας γραφάς- την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα, μπήκα στον πειρασμό να γίνω πλασματικά ευτυχισμένος, εναποθέτοντας τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου προς απάντηση σε άγνωστες δυνάμεις, αποτυπωμένες σε ξύλα και σύμβολα και εκπροσωπούμενες από οικονομικά ευκατάστατους μαυροφορεμένους γενειοφόρους. Ευτυχώς, ήταν μια στιγμή αδυναμίας ή κάποιας δυσλειτουργίας του εγκεφάλου, από την οποία απεγκλωβίστηκα σε τόσο χρόνο, όσο χρειάζεται το φως για να ταξιδέψει 300.000 χιλιόμετρα ή αλλιώς σταθερά C (σε κενό) για τους λάτρεις της φυσικής.

Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο δεν ήταν το δευτερόλεπτο της απελπισίας μου, αλλά οι λόγοι που με οδήγησαν σε μια τόσο παράλογη σκέψη. Κι ενώ υποπτεύομαι του λόγους, δεν θέλω να τους ψάξω εκτενέστερα, όχι γιατί δεν θα καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα, αλλά επειδή προτιμώ να αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους…