Σκηνή 3
Ο Χόρχε Αυνανιάντες έπαιρνε το μπάνιο του, όπως κάθε πρωι στις 06:37, λίγο πριν κατέβει για πρωινό στον μπροστινό κήπο δίπλα από την πισίνα. Η απόλαυση ενός διπλού εσπρέσσο παρέα με το φθινοπωρινό αεράκι, μετά από μία “κουραστική” νύχτα, ήταν κάτι που τον χαλάρωνε πάντα.
Ο Χόρχε, μετά από 9 αποτυχημένους γάμους, 12 αρραβώνες και 4 εξώγαμα παιδιά, είχε αποφασίσει πια πως η ζωή που του ταιριάζει είναι όμοια με του κολλητού του φίλου Κάρλος Παρτάγιας. Χύμα στο κύμα! Γνώριζε καλά πόσο επιρρεπής ήταν στους πάσης φύσεως πειρασμούς που τον περιτριγύριζαν, όμως μέχρι και πριν 2 χρόνια είχε καταφέρει να ελέγχει τις ορμές και τα πάθη του και να καταπνίγει τις ανικανοποίητες σεξουαλικές του διαστροφές.
Ολα αυτά, όμως, ήταν παρελθόν, που μερικές φορές τριγυρνούσαν μέσα στο μυαλό του Χόρχε χωρίς το παραμικρό ίχνος νοσταλγίας.
Είχε ήδη όμως περάσει η ώρα, αφού ο Χόρχε, παρά την αλλαγή στον τρόπο ζωής του, εξακολουθούσε να πιστεύει πως οι σεξουαλικές απολαύσεις δεν περιλαμβάνουν πάντοτε την συντροφιά μιας γυναίκας!
Εδεσε μια πετσέτα γύρω από την μέση του, κι άρχισε να κατεβαίνει βιαστηκά τα ξύλινα σκαλιά του πολυτελούς σαλέ που είχε κερδίσει σε έναν διαγωνισμό στριπτίζ πριν από 8 μήνες. Αντί όμως για την μυρωδιά των φρεσκοψημένων κρουασάν βουτύρου (κακιά συνήθεια υπεύθυνη για πολλές από τις δίαιτες που είχε επιχειρήσει εώς τότε), τα λουκάνικα, τα τηγανιτά αυγά και το φιλέτο σολωμού, μενού που είχε δώσει με σαφής οδηγίες σερβιρίσματος στο προσωπικό του σπιτιού για το Σαββατοκύριακο, η ατμόσφαιρα θύμιζε ξενυχτάδικο… ή μάλλον όχι, όχι ξενυχτάδικο… του θύμιζε κάποια σκοτεινά μπαράκια σε ύποπτες γειτονιές όπου είχε “κυλιστεί” αμέτρητες φορές τους τελευταίους μήνες.
Μόλις έφτασε στο καθιστικό, το αρχικό του χαμόγελο και τα περιπαιχτικά αστειάκια του με τον Κάρλος που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του, ενοχλημένος από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, σταμάτησαν απότομα. Η άθλια όψη του καθιστικού, το σπασμένο παράθυρο, τα πεσμένα έπιπλα, τα σβησμένα στην πανάκριβη μπορδοπρασινοκεχριμπαρένια μπουχάρα πούρα και τα πεταμένα μπουκάλια από το Αψέντι, ήταν κάτι που δεν το έβλεπε πρώτη φορά. Αυτήν την φορά όμως ο Χόρχε είχε παγώσει! Είχε αλλάξει 4 χρώματα -κι όχι για τους γνωστούς λόγους- και μετα βίας προσπαθούσε να αρθρώσει μια λέξη….
– Τί έγινε εδώ Κάρλος;;;; Που είναι;;;;;;;;;
– Μην φωνάζεις Χόρχε, η Χουανίτα δεν ξύπνησε ακόμη, κι αν θυμάμαι καλά την ώρα που σταματήσαμε, δεν έχει πολύ ώρα που κοιμάται, χε, χε
– Δεν είναι αστείο Κάρλος, έχω γίνει τρελός αυτήν την στιγμή, πες μου πού είναι;;;;
– Ηρέμησε αγόρι μου, που είναι τί;
– Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις Κάρλος, σου έχω πει πως μπορείς να κάνεις ότι θέλεις μ’αυτά, αλλά να τα ξαναβάζεις στην θέση τους!!!! Η ντουλάπα είναι άδεια Κάρλος…. αλλά δεν τα βλέπω πουθενά!! Πες μου, λοιπόν, πού είναι; Τί τα έκανες;;;;
– Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω Χόρχε….
– Θα προσπαθήσω να είμαι ήρεμος Κάρλος και θα σου θυμίσω ότι τα έχω συλλέξει κομμάτι κομμάτι. Τα περισσότερα απ’αυτά είναι αγορασμένα από μέρη που δεν υπάρχουν πια στον χάρτη. Οι λεπτομέρειες, τα χρώματα και τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα είναι μοναδικά και το καθένα από αυτά είναι δεμένο με πολλές αναμνήσεις, Κάρλος. Είναι κομμάτια από την ζωή μου!!! Γι’αυτό, λοιπόν, σταμάτα να ασχολείσαι μ’αυτό το πράγμα που αποκαλείς υπολογιστή και πες μου ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ !!!!!!!
– Λοιπόν, με τις φωνές δεν πρόκειται να καταλάβω τί εννοείς…
– Οι δονητές Κάρλος, οι δονητές και τα δεκάδες άλλα σεξουαλικά βοηθήματα και εγχειρίδια, οι χειροπέδες μου, οι αλοιφές, τα αιθέρια έλαια και το αχρησιμοποίητο δερμάτινο μαστίγιο φτιαγμένο από βούνευρο, με τα χρυσά -κεντημένα στο χέρι- τελειώματα, το τελευταίο μου απόκτημα από το ταξίδι που έκανα στο Νεπάλ, όπου πήγα για να ανακαλύψω την απόλυτη ηδονή, τον οργασμό μόνο με την δύναμη του μυαλού, χωρίς αγγίγματα, χάδια και επαφές. Τί τα έκανες Κάρλος; Πες μου!!!
– Εεεε, μα, δεν τα πείραξα Χόρχε… ειλικρινά, εχθές κάναμε άλλα πράγματα…. .πραγματικά δεν ξέρω τί να πώ….
Ο Χόρχε, ένιωσε τα πράγματα γύρω του να γυρίζουν… Ο Κάρλος του μιλούσε, αλλά δεν άκουγε το παραμικρό!! Κοιτούσε την άδεια ντουλάπα… το σπασμένο παράθυρο… τα αναποδογυρισμένα έπιπλα…. Οχι, σκεφτόταν, δεν ήταν δυνατόν…..όχι…. όχι……
– Οχιιιιιιιι!!!, κραύγασε, και έπεσε στο πάτωμα λιπόθυμος…..
